
Χθες το βράδυ ήρθε στο καφενείο του χωριού “Η Καλή Καρδιά” και κάθισε σ’ ένα τραπεζάκι με δύο συγχωριανούς που έπιναν ρακί.
Εμείς καθόμαστε σε διπλανό τραπέζι και παίζαμε "Δηλωτή".
Αφού λοιπόν τον καλωσόρισαν, τον ρωτάνε για τα νέα της Αθήνας.
Και αυτός λέει:
- Βρε ήντα να σας επώ, ακόμα γελώ μ’ αυτά πούδανε τα μάτια μου και ακούσανε τ’ αυτιά μου.
Για πες μας, του λένε.
-Την Τετάρτη το πρωί πήγαινα στην κόρη μου στο Γαλάτσι και όπως περπατούσα στην Καραϊσκάκη, βλέπω 5-6 άτομα μπροστά σε μια πολυκατοικία να κοιτάνε προς τα πάνω.
Σκέφτηκα, καμιά κοπέλα θα είναι σε κανένα μπαλκόνι και την κοιτούν. Ρίχνω κι εγώ μια ματιά, αλλά δεν είδα τίποτα. Πάω στον πρώτο και τον ρωτάω:
- Τι κοιτάς ρε πατριώτη;
- Ξέρω και γω; Είδα τους άλλους που κοιτάγανε και κοιτάω κι εγώ.
Πάω στον επόμενο, τα ίδια. Τα ίδια και ο μεθεπόμενος κλπ.
Πάω και στον τελευταίο και τον ρωτάω:
- Ρε πατριώτη θα τρελαθώ. Τι κοιτάτε όλοι εκεί επάνω;
Και αυτός απαντά:
- Που θες να ξέρω ρε φίλε; Εμένα πάντως μου άνοιξε η μύτη.
Ε, έσκασα από τα γέλια και σκέφτηκα: “Βρε ήντα ζαβός κόσμος που υπάρχει…”.
1 σχόλιο :
Αγαπητέ συγχωριανέ, αργά το κατάλαβες!
Δημοσίευση σχολίου